Ο ΑΕΤΟΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ

Ο  ΑΕΤΟΣ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ
radiovoylpi.listen2myradio.com

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Το σαρακατσάνικο τραγούδι-Η πορεία του ως σήμερα και το μέλλον του


karali theodora



Της Θεοδώρας Καραλή
Μέλος Επιτροπής Νεολαιάς Π.Ο.Σ.Σ.
Επικεφαλής Ραδιοφώνου Π.Ο.Σ.Σ.
π. Πρόεδρος Σ.Σ.Φ. Αθήνας "Ο Κατσαντώνης" 




Αξιοποιώντας την ευκαιρία που μου δίνεται θα ήθελα να εκφράσω τις απόψεις μου σχετικά με το σαρακατσάνικο τραγούδι, καθώς και την πορεία του ως σήμερα αλλά και το μέλλον του. Θα ήθελα, αρχικά, να κάνω μια γενικότερη αναφορά στα δημοτικά τραγούδια και τη θέση του Σαρακατσάνικου τραγουδιού ανάμεσά τους. Δημοτικά τραγούδια, γενικότερα, είναι αυτά που έχουν δημιουργό τους τον ίδιο το λαό. Είναι αυτά που είναι βγαλμένα μέσα από τη ζωή του λαού και τον εκφράζουν σε κάθε στάδιό της, αναπτύσσοντας γενικότερα την ανάγκη που έχει κάθε άτομο και κάθε λαός να εκφράσει τα συναισθήματά του, τα ιδανικά του, τους πόνους και τις χαρές του, ακόμα και τις σκέψεις του. Τα σαρακατσάνικα τραγούδια παρουσιάζουν βεβαίως μεγάλη θεματική ποικιλία από τη δημοτική μας ποίηση. Είναι το αποτύπωμα της σαρακατσάνικης ζωής. Είναι η ίδια η ιστορία των Σαρακατσαναίων γραμμένη σ’ αυτά. Είναι, όμως, όλα τα τραγούδια, τα οποία χαρακτηρίζονται ως σαρακατσάνικα, σύμφωνα με το ήθος της Σαρακατσάνικης Παράδοσης ;
Στην προσπάθειά μου να ξεχωρίσω μέσα από την ευρύτερη δημοτική μας ποίηση ποια είναι και ποια δεν είναι σαρακατσάνικα τραγούδια, ένιωσα ιδιαίτερα προβληματισμένη. Πολλά από τα τραγούδια τα οποία έχουν υιοθετηθεί και καταγράφηκαν ως Σαρακατσάνικα είναι κοινά και τραγουδιούνται είτε αυτούσια είτε με κάποιες παραλλαγές και από μη Σαρακατσάνους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το τραγούδι «Πώς το τρίβουν το πιπέρι» το τραγουδούν όχι μόνο Σαρακατσάνοι αλλά και άλλες κοινωνικές ομάδες σε όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει υποκλοπή πολιτιστικών στοιχείων από τις άλλες κοινωνικές ομάδες ή και το αντίθετο. Πιστεύω ότι το στοιχείο αυτό, ότι πολλά τραγούδια δηλαδή που θεωρούμε δικά μας είναι κοινά με τραγούδια άλλων κοινωνικών ομάδων, αποτελεί τρανταχτό αποδεικτικό στοιχείο της εθνικής καταγωγής των Σαρακατσάνων που δεν είναι άλλη από την ελληνική.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι Σαρακατσάνοι ήταν διασκορπισμένοι όχι μόνο σε όλες τις περιοχές εντός των σημερινών συνόρων της Ελλάδος αλλά και σε περιοχές των Σκοπίων, της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Θράκης. Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, με το πέρασμα των χρόνων, τα σαρακατσάνικα τραγούδια να υποστούν διάφορες παραλλαγές ανάλογα με την εκάστοτε περιοχή που ζούσαν οι Σαρακατσάνοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλοιώθηκε το περιεχόμενο και το νόημα των τραγουδιών αυτών αλλά θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχει παντού έντονα αποτυπωμένη η σφραγίδα της Σαρακατσάνικης Παράδοσης, εκφράζοντας γεγονότα της ίδιας της ζωής τους,   η οποία ήταν ιδιόμορφη.
Τα σαρακατσάνικα τραγούδια ως γνωστόν ήταν η έκφραση των Σαρακατσάνων σε όλες τις κοινωνικές τους εκδηλώσεις, όπως αρραβώνες, γάμους, διάφορες γιορτές καθώς και έθιμα που είχαν , όπως για παράδειγμα τα Καλογιάννια, τα Γκουρμπάνια που έφτιαχναν κλπ. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ περισσότερο σε λεπτομέρειες σε ό,τι αφορά την κατάταξή τους σε διάφορες ομάδες, καθώς γι’ αυτό το θέμα υπάρχουν αναφορές στις συλλογές σαρακατσάνικων τραγουδιών που έχουν παρουσιασθεί τα προηγούμενα χρόνια. Θα αναφέρω μόνο ενδεικτικά τρία (3) τραγούδια για να διαπιστώσουμε , πράγματι, ότι είναι απόλυτα δεμένα με τα βιώματα των Σαρακατσάνων. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι που έλεγαν κατεβαίνοντας από τα ψηλώματα για τα χειμαδιά:
« Παιδιά πήρε Χινόπωρος – παιδιά πήρε Χειμώνας
Πέσαν τα φύλλα απ΄τα κλαριά – τα φύλλα από τα δέντρα
Πέσαν τα ελατοκλώναρα απ΄τα βαριά τα χιόνια
Κι εμείς παιδιά μ΄χωρίζουμε, από δυο από τρεις θα πάμε.»
Βλέπουμε εδώ το πόσο βαθιά είναι αποτυπωμένος ο καημός του ξεχωρισμού, γιατί δεν ήξεραν αν θα ξανανταμώσουν τ’χρόν’.
Όπως, δε πάλι,  ερχόταν ο καιρός για να πάνε να ξεκαλοκαιριάσουν στα ψηλώματα έλεγαν το τραγούδι:
«Απόψε στο σπιτάκι μου είχα έναν άξιο αφέντη
Τον άγγελό μου γιόρταζα και το Θεό γιορτάζω
Και την κυρά την Παναγιά πολύ την προσκυνάω.
Να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου
Ν΄ανοίξει τον Παράδεισο, να δω τους κολασμένους
Άνοιξα τον Παράδεισο κι είδα τους κολασμένους
Είδα φτωχούς και δίκαιους στα ίτσια, στα λουλούδια
Είδα πλούσιους άδικους στην πίσσα, στο κατράμι.»
Εκείνο, όμως, που θέλω να επισημάνω είναι ότι έχουμε υιοθετήσει σαν δικά μας τραγούδια πολλά από τα οποία, επιτρέψτε μου να αναφέρω, δεν έχουν καμία σχέση με εμάς. Δεν μπορώ να δεχθώ, και συγχωρέστε με αν κάνω λάθος, ότι κάποια από τα τραγούδια που συμπεριλαμβάνονται σε συλλογές σαρακατσάνικων τραγουδιών είναι δικά μας τραγούδια, όπως για παράδειγμα στη συλλογή του Λαογραφικού Μουσείου Σερρών με τίτλο «Δώδεκα χρονών κοράσι γίν΄κε καλογριά» και «Δώδεκα Ευζωνάκια» είναι σαρακατσάνικα τραγούδια. Εκείνο το οποίο γνωρίζω, και σύμφωνα με τις μαρτυρίες ανθρώπων των τοπικών κοινωνιών της Μακεδονίας, είναι ότι τα τραγούδια αυτά είναι τραγούδια της ευρύτερης Δημοτικής μας Παράδοσης και συγκεκριμένα αναφέρονται σαν τραγούδια της Μακεδονίας. Μ΄αυτό δεν θέλω να μειώσω κατ΄ελάχιστο τη σοβαρή προσπάθεια που έγινε από το Λαογραφικό Μουσείο Σερρών για τη συλλογή και καταγραφή 650 τραγουδιών, όπως αναφέρεται στη συλλογή που παρουσιάστηκε το 1998.
Επίσης, είναι αξιόλογη η καταγραφή των χορών τους οποίους διατήρησαν μέχρι σήμερα οι Σαρακατσάνοι, καθώς και των εθίμων στη συγκεκριμένη συλλογή. Άλλες σημαντικές συλλογές τραγουδιών που παρουσιάστηκαν ήταν: η συλλογή του Κάρστεν Χεγκ που παρουσιάστηκε το Καλοκαίρι του 1922 και αναφέρεται σε 60 τραγούδια όπως τα άκουσε από Σαρακατσάνους στο Ζαγόρι Ιωαννίνων, η συλλογή που παρουσιάστηκε από τον Ευάγγελο Τζιάτζιο στην Αθήνα το 1928 με τίτλο «Τραγούδια των Σαρακατσαναίων» με 251 τραγούδια, η συλλογή της Αδελφότητας Σαρακατσαναίων Ηπειρωτών Αθήναςμε 380 τραγούδια και η συλλογή που παρουσιάστηκε το 2000 από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.
Πεποίθησίς μου, όμως, είναι ότι θα πρέπει να συγκροτηθεί μια μεικτή ομάδα από νέους για να γνωρίσουν και από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας που γνωρίζουν μέσα απ’ τα βιώματά τους τα σαρακατσάνικα τραγούδια και να απομονώσουν απ΄τις συλλογές που έγιναν κάποια τραγούδια που αυτοί θα κρίνουν ότι δεν ανταποκρίνονται στα ήθη και στα έθιμα και γενικά στις παραδόσεις της Σαρακατσάνικης φυλής. Γιατί, κανείς δεν με πείθει ότι όλα τραγούδια στα οποία αναφέρονται οι συλλογές που προανέφερα, και ιδιαίτερα αυτές που έχουν σαν πηγή σαρακατσάνικα γλέντια, ότι είναι γνήσια σαρακατσάνικα τραγούδια. Έχω διαπιστώσει, όπως όλοι νομίζω θα συμφωνούσατε, ότι στα σαρακατσάνικα γλέντια, και περισσότερο σ’ αυτά που έχουν χρονική τοποθέτηση μετά τη δεκαετία του 1940, λέγονται και τραγούδια τα οποία δεν ανήκουν στους Σαρακατσάνους αλλά είναι ακούσματα της εκάστοτε περιοχής στην οποία γίνονται. Πολλά απ’ αυτά είναι Δημοτικά τραγούδια και όχι Σαρακατσάνικα.
Μετά την εμφάνιση του γραμμόφωνου τη δεκαετία του 1920 περίπου, παρασυρόμενοι από τον ήχο του κλαρίνου, το οποίο υιοθετήσαμε σαν δικό μας μουσικό όργανο, πλανευτήκαμε απ΄τον γλυκό του ήχο και νομίζουμε, ακούγοντας δημοτικά τραγούδια, ότι είναι όλα δικά μας. Αυτό είναι, κατά την άποψή μου, μεγάλο λάθος. Γιατί, μπορείτε να μου πείτε, αν και αμφότερα τα συνοδεύει ο ήχος του κλαρίνου, τί σχέση έχει το τραγούδι που προανέφερα «Αφέντη μου στην τάβλα σου χρυσή καντήλα καίει» με το «Στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα έναν κόκορα» ή το τραγούδι «Μάνα μου τ’ αρχοντόπουλο» με το «Δεν σου πέφτει εσένα λόγος κάτσε κόσμε στη γωνιά» ;
Η μεγάλη σύγχυση έγινε από τότε που τα τραγούδια μας συνοδεύονται από κλαρίνο και από άλλα μουσικά όργανα που δεν έχουν καμιά σχέση μ΄εμάς, όπως το αρμόνιο, η ηλεκτρική κιθάρα, τα ντραμς κλπ. Επίσης, νομίζω, ότι και οι σύγχρονοι ερμηνευτές έχουν κάνει το δημοτικό τραγούδι έντεχνο και μαζί μ΄αυτό παρέσυραν και το σαρακατσάνικο τραγούδι έξω από σαρακατσάνικα μονοπάτια. Στο βωμό του χρήματος θυσίασαν ασυλλόγιστα το ήθος και το ύφος της Σαρακατσάνικης Παράδοσης. Είναι, νομίζω, γνωστό σε όλους ότι τα σαρακατσάνικα τραγούδια κινούνταν σε αργούς ρυθμούς και συνοδεύονταν πότε πότε από τον ήχο φλογέρας ή τζαμάρας. Εδώ θα ήθελα να σταθούμε λίγο και να δούμε το πόσο μεγάλη ζημιά έκανε η χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, το γραμμόφωνο παλαιότερα και αργότερα τα πιο σύγχρονα μέσα ηχογράφησης. Είναι, πράγματι, τόσο μεγάλη η ζημιά η οποία έγινε όπως τη φανταζόμαστε ή μέσω απ΄αυτό υπήρξε και κάποιο κέρδος ;
Κατά την άποψή μου πάντα, πιστεύω πως η ζημία η οποία έγινε δεν είναι ανεπανόρθωτη και ότι μέσα απ΄αυτό έχουμε να αποκομίσουμε και κάποια οφέλη. Καλώς ή κακώς το κλαρίνο ταυτίστηκε με τα σαρακατσάνικα τραγούδια και προσωπικά πιστεύω καλώς, γιατί η Παράδοση πρέπει να έχει παρόν  και μέλλον και να προσαρμόζεται ανάλογα. Η χρήση σύγχρονης τεχνολογίας θα μας βοηθήσει στο να περάσουμε τα τραγούδια μας στις επόμενες γενιές, υπό μίαν όμως προϋπόθεση· ότι δεν θα αλλοιωθεί το περιεχόμενό τους και δεν θα γίνουν ένα με τα σύγχρονα εμπορικά κατασκευάσματα που θέλουν κάποιοι να ονομάζουν δημοτικά ή, ακόμα χειρότερα, σαρακατσάνικα τραγούδια.
Δυστυχώς, και αυτό το λέω με πολύ μεγάλη λύπη, όπως φαίνεται η παγκοσμιοποίηση συμπαρέσυρε και τη δική μας γενιά σε ολισθηρά μονοπάτια. Έχουμε, πλέον, απορροφηθεί απ΄τις σύγχρονες κοινωνίες και έχουμε εγκαταλείψει τα ήθη και τα έθιμα τα οποία μας χαρακτηρίζουν σαν Σαρακατσάνους. Εκείνο το οποίο μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τους άλλους, εκτός από τα ήθη και τα έθιμά μας, είναι και τα τραγούδια μας. Αφού, λοιπόν, εγκαταλείψαμε τα ήθη μας, ας προσπαθήσουμε να κρατήσουμε ό,τι μπορούμε από τα έθιμά μας και τουλάχιστον ας κρατήσουμε τα τραγούδια μας και να είμαστε πιο κοντά στους συλλόγους που υπάρχουν, γιατί νομίζω ότι μόνο μέσα απ΄αυτούς θα το πετύχουμε.
Ως νέοι Σαρακατσάνοι θα πρέπει να πλαισιώσουμε τους συλλόγους μας και να προσπαθήσουμε όχι μόνο να διατηρήσουμε τα τραγούδια μας αλλά και να ζούμε μ΄αυτά. Το έχουμε χρέος στους προγόνους μας. Καλό θα ήταν, επίσης, να επισημάνω ότι στους χορούς των συλλόγων, τουλάχιστον, θα πρέπει να γίνει προσπάθεια ώστε να αναδεικνύεται το σαρακατσάνικο τραγούδι και να μην μπερδεύουμε τους νέους με διάφορα άλλα τραγούδια που δεν θα ήθελα να χαρακτηρίσω.
Πρέπει με τη σοβαρή προσπάθεια όλων μας να διατηρήσουμε τα έθιμα και τα τραγούδια μας και να μην χαθούμε, πολιτισμικά τουλάχιστον, με το πέρασμα του χρόνου. Εύχομαι την τεράστια πολιτισμική μας παράδοση να την συνεχίσουν και οι επόμενες γενιές στη μνήμη των  παππούδων μας, στη μνήμη αυτών που μας έκαναν να είμαστε υπερήφανοι για την καταγωγή μας, στη μνήμη αυτών που έκαναν τα βουνά να βαριαναστενάζουν, τα βουνά να αναρωτιένται, όπως λέει και το παρακάτω τραγούδι:
«Συχνορωτιένται τα βουνά και βαριαναστενάζουν
Η έρημη η Κόζακα κι αυτό το Κοζμπουνάρι
Κατά το Μπουργάζι αγνάντευαν και Χασιακοί ρωτάνε:
-Κύριο μ΄, το τί να γίνηκαν οι Σαρακατσαναίοι;
-Ετούτη τη μαύρη Άνοιξη δε φάνηκαν να έρθουν,
Ν-ούδε συγκαίρια φάνηκαν, ν-ούδε τσιατούρια γίν΄καν,
Ν-ούδε τα λάια πρόβατα, οι αμέτρητες χιλιάδες,
Που εβάζανε τα βουνά απ΄τα λαμπρά κουδούνια».
*(η παραπάνω Εισήγηση παρουσιάσθηκε το 2013 στο 23o Πανελλήνιο Συνέδριο Σαρακατσαναίων στη Λάρισα)